Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

πρωί – μεσημέρι – βράδυ.

Περπατάνε, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, σε μονό ζυγό αλλά κάπως χύμα. Ο ένας σπρώχνει τη μάσκα αριστερά και κοιτάζει λοξά. Ο δεύτερος έχει βγάλει εντελώς τη μάσκα, περπατάει με γυρισμένο, προς τον κόσμο, το κεφάλι και γουρλωμένα μάτια. Ο τέταρτος στη σειρά κρατάει προς τα κάτω τη μάσκα και καπνίζει, φυσώντας τον καπνό προς τα πάνω. Φουμάρει όλο στιλ.
Πριν και μετά παρακολουθούμε το γνωστό σκηνικό που κάθε φορά γίνεται ένα κλικ χειρότερο ή ένα κλικ πιο προφανές. Εντολές αυταρχικού ξεκάθαρα χαρακτήρα, σε προφανή αντίθεση με οποιαδήποτε αίσθηση δημοκρατίας, εκτελεσμένες με λύσσα και ακρίβεια από τους πιο μανιασμένους χουλιγκάνους. Με άλλα λόγια το δικαίωμα της διαμαρτυρίας σε δημόσιο χώρο περιορίζεται στα 10 λεπτά. Αν διαφωνείς, είσαι ελεύθερος να ματώσεις, να χάσεις το δόντι σου, να ποδοπατηθείς, να διαλύσεις το πνευμόνι σου.

μετά από περίπου ένα χρόνο, σβήστηκε από τοίχο της Ιπποκράτους
Πριν τη διαδήλωση, βλέπω συγγενικό μου πρόσωπο, το οποίο μόλις βγήκε απ’ το νοσοκομείο. Καλά πλεόν, σωματικά, παρατηρώ όμως ότι είναι κάπως πεσμένος. Η ενόχληση προέρχεται (όπως τουλάχιστον την ερμηνεύω εγώ) από μια αντίληψη του χρόνου, αιφνίδια και σωρευτική. Μια αίσθηση αυτού που αφήσαμε να κυλήσει μέσα απ’ τα χέρια μας.
Όταν φτάνω στο σύνταγμα, για κάποιο λόγο, βλέπω τα πάντα από μια απόσταση. Δεν μ’ ενοχλεί ιδιαίτερα το δακρυγόνο, όχι βέβαια πως ρίξανε την ποσότητα του Ιουνίου. Ούτε νιώθω μίσος ή οργή, απέναντι στους παραληρούντες ματατζήδες. (Κάποια στιγμή κι ενώ έχει ουσιαστικά τελειώσει το πράγμα, στη Μεγ. Βρετανία, μια διμοιρία πιάνει έναν πιτσιρικά, 12 το πολύ 15 χρονών. Ένας τον κολλάει στον τοίχο και πιέζει με το κράνος του το λευκό, λόγω μαλόξ, κεφάλι του παιδιού. Καμιά δεκαριά που έχουν ξεμείνει εκεί δίπλα, τριανταφεύγα και βάλε, φωνάζουν, πλησιάζουν αμέσως, ζητάνε να αφήσουν το παιδί. Τον αφήνουν, αφού δείχνει ταυτότητα. Ματατζής σε έντονο ύφος: αφού μας έβριζε, τί θέλατε, να μην τον πιάσουμε;. Ακολουθούν όλων των ειδών οι απαντήσεις. Δεν είστε άνθρωποι. / Δεν βρίζουμε εσάς, αλλά αυτούς που προστατεύετε. / Παραιτηθείτε.)
Με καταλαμβάνει μια στωικότητα, μια παράξενη γαλήνη. Όχι με την έννοια της υπομονής ή της αντοχής, αλλά με μια αίσθηση ότι εδώ και τώρα, μπορώ να δω ξεκάθαρα τί είναι σπουδαιότερο απ’ τα καυλωμένα ματ και τον αυταρχισμό του Παπουτσή και τον εκφυλισμό της κυβέρνησης πασόκ σε τρομοκράτη. Αυτομάτως λέω κακώς. Οι κομμένοι μισθοί, η ανεργία, η διάλυση των δομών δεν αντιμετωπίζονται με ψυχολογισμούς και αμπελοφιλοσοφίες. Αλλά και πάλι, δεν μπορώ εκείνη τη στιγμή να αλλάξω στάση.

Αργότερα, οδηγώντας μες στη νύχτα, προσπαθώ να εξηγήσω τί εννοούμε όταν λέμε ελαφρύ περπάτημα. Έχω προσπαθήσει να ξαναπεριγράψω τον τρόπο που περπατά αυτό το συγκεκριμένο κορίτσι, όταν απομακρύνεται. Έλεγα ότι μοιάζει σα να αιωρείται, αλλά έκανα λάθος. Θα πρέπει να φέρω στο μυαλό την εικόνα του χώματος λίγο πριν τη βροχή ή ίσως καλύτερα λίγο πριν φυτέψεις. Το πόδι, ίσα που βυθίζεται. Μια αίσθηση ότι το σώμα έχει ρίζες, έχει γεύση, χάνεται για λίγο μέσα στη γη κι ύστερα απλά ίπταται μακρυά. Ακριβώς όπως ένα οριακό χάδι στην πλάτη. Με άλλα λόγια, όταν λέει ο Μίλλερ «δεν έχει θαφτεί στη γη – αιωρείται συνέχεια σ’ ένα φως που αλλάζει, χτυπά με ρυθμό χρωματικό. Νιώθει κανείς αναγκασμένος να περπατά συνέχεια, να κινείται προς αυτό το όραμα που ολοένα υποχωρει», δεν ξέρεις πια αν μιλάει για την Αθήνα ή γι’ αυτό το συγκεκριμένο κορίτσι.  
Πού θέλω να καταλήξω μ’ όλα αυτά; Μακάρι να ‘ξερα. Ίσως στο ότι, όταν αρρωσταίνεις και όταν αντικρύζεις την ομορφιά, τότε ακριβώς είναι που συνεχίζεται η ζωή. Τα βλέπεις όλα γυμνά, ξεκάθαρα, υπέροχα και ανεπανάληπτα. Κι έτσι, κατά ένα περίεργο τρόπο, είσαι πιο έτοιμος να σταθείς μπροστά σε μια οποιαδήποτε ασπίδα που χτυπάει. Γιατί τότε, ξέρεις πια τί έχεις να υπερασπιστείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου